Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Η κρυφή παραδοξότητα της πεζότητας

Λίνα Πανταλέον, Η κρυφή παραδοξότητα της πεζότητας
εφ. "Ελευθεροτυπία"

Η ιστορία του παρέπαιε μεταξύ ζοφερής περιπέτειας και λογοτεχνίας του φανταστικού, αιφνίδιες ανατροπές δυναμίτιζαν υπογείως την ατμόσφαιρα που επιδίωκαν να υποβάλλουν, η γραφή του είχε νεύρο και ρυθμούς φρενήρεις, οι ιδέες του ήταν πρωτότυπες και εντυπωσιακός ο τρόπος ανάπτυξής τους, το αφήγημά του εν τέλει προοιωνιζόταν έναν συγγραφέα με σοβαρές αξιώσεις και ξεχωριστό ταμπεραμέντο. Συνεπώς δεν αποτελεί έκπληξη το ότι το δεύτερο βιβλίο του Λευτέρη Γιαννακουδάκη (γενν. 1972) μπορεί να συγκαταλεχθεί στα πιο ενδιαφέροντα της φετινής σοδειάς. 'Η μάλλον είναι ιδιαίτερα ευχάριστη και σπάνια έκπληξη, καθ' ότι τελευταία τα πεζογραφικά πονήματα που ανταποκρίνονται στις προσδοκίες μιας αξιοπρόσεκτης πρώτης εμφάνισης ολοένα εκλείπουν. Ο Γιαννακουδάκης δεν βιάστηκε να επιβεβαιώσει εκ νέου τη λογοτεχνική του αρτίωση. Ισως η μειωμένη προσοχή που απέσπασε το «Τρέξε, μύγα, χτύπα το τζάμι» να μην ενθάρρυνε υπέρμετρους ενθουσιασμούς. Εξι χρόνια μετά, η πρόσφατη συλλογή διηγημάτων του φανερώνει τη δουλειά που έχει μεσολαβήσει, ως προς τα εκφραστικά του μέσα και πρωτίστως όσον αφορά την τιθάσευση της ασάφειας και του βεβιασμένου εντυπωσιασμού. Οι ανά χείρας ιστορίες εστιάζονται σε περιστατικά παράδοξα και συμπεριφορές ακραίες, μόνο για να υπογραμμίσουν πλαγίως την πεζότητα των καθημερινών συμβάντων, την ψυχοφθόρα επανάληψη συμβατικών συνηθειών, την κόπωση προσώπων νέων στην πλειονότητά τους, αλλά ήδη φθαρμένων από τις περιορισμένες επιλογές τους. Ο Γιαννακουδάκης αναμασά τις πιο κοινότοπες ανησυχίες, από το ψυχικό περιχαράκωμα, την καταπίεση των χρονικών ορίων, τον αιματηρό αγώνα καταξίωσης μέχρι το εφήμερο του έρωτα, τη μοναξιά και το ανικανοποίητο. Επειδή στοχεύει στην ανάδειξη της κοινοτοπίας, φροντίζει ώστε το αφηγηματικό του πλαίσιο να κινείται μεταξύ νοσηρού, μακάβριου και απίθανου, ενώ παράλληλα καθιστά αυτό το πλαίσιο ευπαθές σε διάρρηξη, προκειμένου να παραβιάζεται από την πλέον τετριμμένη πραγματικότητα.
Ανύπαρκτος αφηγητής, πλαστά βιώματα
Συλλογή διηγημάτων με ιδιότυπη δομή. Μοιράζεται σε τέσσερις ιστορίες, όπως αναφέρονται στα περιεχόμενα θεματικές ενότητες, χωρισμένες σε υποκεφάλαια. Στην καθεμιά ενότητα προτάσσεται σημείωμα το οποίο, τρόπον τινά, προϊδεάζει για την κοινή συνισταμένη των κειμένων που περιλαμβάνονται σ' αυτή. Δεκαέξι το σύνολο των πεζών, αφήνοντας απ' έξω τα τέσσερα εισαγωγικά σημειώματα και το υστερόγραφο. Το εναρκτήριο και το τελευταίο κείμενο παρουσιάζουν τα διηγήματα σαν τις «ψευδεπίγραφες επιστολές» (τίτλος της πρώτης ενότητας) ενός γράφοντος με «υπογραφή δυσανάγνωστη» (τελευταία φράση του βιβλίου), που μεταμφιέζεται διαρκώς, διεκδικώντας την ανυπαρξία του και επιχειρώντας την προσομοίωση της ζωής του με πολλαπλές, ιδιάζουσες εκδοχές. Με άλλα λόγια, τα διηγήματα συστήνονται σαν ασκήσεις γραφής ή βιογραφίας, προβάλλοντας μέσα από διαφορετικά επεισόδια τις συγκλίσεις στις σκέψεις, τις δυστυχίες και την ιδιοσυγκρασία των χαρακτήρων που πρωταγωνιστούν σ' αυτά. Στον εγκλεισμό, εθελούσιο ή επιβεβλημένο, αλλά πάντα δυσβάσταχτο, συνοψίζεται η θεματική της πρώτης ενότητας, αποτελούμενης από τέσσερις ιστορίες. Ενας τριαντάρης, πλακωμένος από μεσήλικα άχθη, παλεύει στο εργένικο διαμέρισμά του με τις οροθετήσεις της ζωής του, αδυνατώντας να συλλάβει γιατί ο αγαπημένος του ζωγράφος είναι γλύπτης, ο κολλητός του ένας γάτος και γιατί η ερωμένη του έγινε καπνός. Πιο εκκεντρικός ο έγκλειστος του επόμενου διηγήματος, ένας ταξιτζής που αρέσκεται να προσκρούει με μεγάλες ταχύτητες και «φτιαγμένα» αμάξια σε ακίνητους, ακίνδυνους στόχους. Οταν στο ταξί εισβάλλει ο έρωτας, οι κούρσες στο κέντρο της Αθήνας γίνονται φρενιτιώδεις και αιματηρές. Η τελευταία παράγραφος ισοπεδώνει τη νοσηρότητα του επεισοδίου, αποκαλύπτοντας μια θλιβερή, ανύποπτη συνθήκη. Μια ανατρεπτική αποκάλυψη ενεδρεύει και στο τέλος της επόμενης ιστορίας, δικαιολογώντας χάρη σε μια ευφυέστατη έμπνευση το απαρέγκλιτο πρόγραμμα ενός ιδιόρρυθμου προσώπου που τεμάχιζε την καθημερινότητά του αποκλειστικά σε τρεις ασχολίες. Εξίσου περιορισμένος και ο φιλοξενούμενος του τέταρτου διηγήματος, παγωμένος και περίκλειστος, ένας «χιονάνθρωπος», όπως δηλώνει ο τίτλος. «Ο δολοφόνος μου ήταν μαζί μου εδώ και καιρό. Η επαναλαμβανόμενη, ανούσια καθημερινότητά μου», συνειδητοποιεί ο αφηγητής, λίγο πριν μεταλλαχθεί σε στρείδι χωρίς μαργαριτάρι, σ' ένα κέλυφος αδειανό.
Τα τέσσερα κείμενα της επόμενης ενότητας εικονογραφούν τη ζωή σαν έναν κρίσιμο τελικό, ένα παιχνίδι με υποχρεωτική συμμετοχή, όπου η ήττα είναι προδιαγεγραμμένη και η λήξη του οποίου σημαίνεται με το θάνατο των παικτών. Ενδιαφέρουσα η συναρμογή στο πρώτο διήγημα της αναβίωσης της θρυλικής νίκης στο Ευρωμπάσκετ του 1987, με την παραίτηση και την ψυχική εξαθλίωση του αφηγητή, ο οποίος εξαιτίας μιας ιδιότυπης συγκυρίας αποτολμάει το μοναδικό, έστω και καταδικασμένο, σουτ της αντιηρωικής ζωής του. Από τις πιο δυνατές ιστορίες του τόμου η δεύτερη αυτής της ενότητας, όπου μια καιρική πρόβλεψη διαρρηγνύει βίαια την αποστείρωση και την ξηρότητα μιας έμφοβης ύπαρξης. Η ανεπιθύμητη γνώση ενός επικείμενου γεγονότος, τόσο ελάχιστου όσο μια ενδεχόμενη βροχόπτωση, επιφορτίζει τον πρωταγωνιστή με μια αδόκητη απαντοχή και παράλληλα με την ανυπόφορη ανησυχία της μη πραγμάτωσής της. «Οτιδήποτε έχει χρόνο δεν υπάρχει», διαπιστώνει έντρομος, όταν το αύριο υπό τη μορφή καιρικής συνθήκης εισβάλλει στην απομόνωσή του. Ο μελλοντολογικός χαρακτήρας της ακόλουθης ιστορίας μετριάζει την παραδοξότητα και το αποτρόπαιο του θέματός της. Το ανθρώπινο είδος αφανίζεται από ιό, το αντίδοτο του οποίου ενυπάρχει στην πρωτεΐνη του εγκεφάλου των χοίρων. Οι αλλεπάλληλοι αποκεφαλισμοί των ζώων υπονοούν την ιδιόχειρη θανάτωση των ελπίδων. Αν στο προηγούμενο κείμενο ο Γιαννακουδάκης αξιοποιεί τις σπουδές του στη Βιολογία, στο επιλογικό πεζό της δεύτερης ενότητας αφήνεται στο προσφιλές παραληρηματικό του ύφος, γνώριμο από το πρώτο του βιβλίο. Και εδώ η πυρετώδης, ομιχλώδης και απεγνωσμένα ερωτική εξομολόγηση του ήρωα επισφραγίζεται από μια σαρκαστικά πεζή φράση που εξουδετερώνει πάραυτα την ένταση της αφήγησης.
Αναίμακτα δράματα
Μολονότι και τα δεκαέξι διηγήματα της συλλογής στηρίζουν θαυμάσια και με ποικιλόχρωμα αφηγηματικά τεχνάσματα τις ελκυστικές ιδέες του Γιαννακουδάκη, την τρίτη ενότητα ανοίγει το πιο έξοχο ίσως κείμενο του βιβλίου. Η φθορά της ερωτικής σχέσης παραβάλλεται με την οξείδωση ενός ποδηλάτου. Αν όμως το γερασμένο ποδήλατο ανασταίνεται αβίαστα από έναν αμέριμνο ποδηλάτη, ο δεσμός έχει αμετάκλητα εκπνεύσει. Ο ήρωας δεν θα πατήσει τη σκανδάλη για να επικυρώσει το τέλος, όπως ποτέ του δεν πάτησε πετάλι ποδηλάτου από το φόβο της πτώσης. Και επειδή ο χρόνος τρέφει το φόβο, η απόπειρα ισορροπίας αναβάλλεται επ' αόριστον. Στη γειτονική ιστορία, σε μια μεταθανάτια παράταση μιας οικογενειακής αναμέτρησης, ματαιώνεται η εξισορρόπηση της πατροκτονίας με την αυτοκτονία του αφηγητή, διότι όπως απευθύνει ο τελευταίος στο μνήμα του πατέρα του: «Κανείς δεν παίζει για την ισοπαλία». «Σειρά μου να παίξω» θα μπορούσε να του τόνιζε επίσης, αν η φράση δεν συνιστούσε τον τίτλο του επόμενου και τελευταίου γι' αυτήν την ενότητα διηγήματος. Και εδώ οι υπαρξιακές ανησυχίες υποκρύπτονται σε ένα περιστατικό έκτακτης ανάγκης, με τον ήρωα αντιμέτωπο με άμεσο κίνδυνο, επιζώντα αδυσώπητων, πολύνεκρων μαχών. Η σύγχυση και το άγχος της εξιστόρησης καταλύονται και πάλι από την παιγνιώδη κατακλείδα.
Πέντε κείμενα περιλαμβάνει η τελευταία ενότητα, προσανατολισμένα σε συνήθεις καταστάσεις και αγωνίες, οι οποίες παραλλάσσονται, όπως ήδη επισημάνθηκε, σε καινοφανείς εμπειρίες. Ένας ανδρόγυνος διάλογος, δεξιοτεχνικά αρθρωμένος, φανερώνει την κοινοτοπία και τη σφοδρότητα συνάμα των ερωτικών ρήξεων. «Σβήνουμε πάντα ό,τι μας χτυπάει όταν τον πόνο ξεχνάμε ν' αγαπάμε», η κατευναστική και διακριτικά ειρωνική απόφανση του αφηγητή. Στην επόμενη ιστορία ένα απολεσθέν αντικείμενο, μια μυστήρια ατζέντα που φέρει το όνομα και το τηλέφωνο του ήρωα, κολακεύει το αίσθημα της σπουδαιότητάς του, αλλά εντέλει του κλέβει την ύπαρξη. Η ιδιοκτησία κατέχει τον ιδιοκτήτη, ο καυστικός υπαινιγμός του διηγήματος. Στο ακόλουθο πεζό, ο μονόλογος ενός εικοσιοχτάχρονου σε δεύτερο πρόσωπο, εξελίσσεται από μια χλιαρή, συγκεχυμένη δυσαρέσκεια για τα μίζερα δεδομένα της ζωής του σε επίθεση και χλευασμό κατά του ιδίου. Το διήγημα απηχεί με απολαυστικό και καίριο τρόπο τη νοοτροπία των νέων, χωρίς να αναλώνεται σε ακκισμούς με τη νεανική αργκό, τη μίμηση προφορικότητας και το υψωμένο φρύδι του κυνισμού, όπως είθισται στα πεζογραφήματα πολλών νέων, ηλικιακά ή μη, συγγραφέων. Ο Γιαννακουδάκης δεν πιθηκίζει το λόγο, αλλά μεταφέρει με διάθεση σαρκαστική τις σκέψεις και τα άγχη νεαρών προσώπων που παλινδρομούν ιλιγγιωδώς από την απόγνωση στην αυταρέσκεια και ατενίζουν από την κορυφή των 30 τον Αχέροντα. Οπως ο τριαντάρης που διχάζεται μεταξύ αυτοχειρίας και δολοφονίας όταν η ερωμένη του τον μέμφεται για τη μετριότητά του. Οι αιματόβρεχτες, ναρκισσιστικές φαντασιώσεις του εκτονώνονται με μια πολυχρησιμοποιημένη κατά των θηλυκών βρισιά. Προσηλωμένη στις εφήμερες και αναλώσιμες πρωτιές η τελευταία ιστορία, επιμύθιο σε ένα βιβλίο για ανακυκλούμενες αξίες, επαναλαμβανόμενες διαδρομές, νοερές και καθημερινές, την ευτυχία σε τοκισμένες δόσεις, αναίμακτα δράματα, αντιπαραθέσεις χωρίς ηρωισμούς και παίκτες ηττημένους πριν από την έναρξη του παιχνιδιού.
Ένα συναρπαστικό βιβλίο που αποκαλύπτει έναν αδιαμφισβήτητα ταλαντούχο πεζογράφο.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Εργαστήρι δημιουργικής γραφής για μαθητές

Εργαστήρι δημιουργικής γραφής για μαθητές [Του Γιάννη Ζωράκη] Εργαστήριο δημιουργικής γραφής για μαθητές τρίτης Γυμνασίου, καθώς και πρώτης και δευτέρας Λυκείου, διοργανώνουν η Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, ο Δήμος Ηρακλείου και το Γραφείο Πολιτιστικών Θεμάτων της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης νομού Ηρακλείου. Το εργαστήριο θέτει ως στόχους, την εξοικείωση των μαθητών με τα πρώτα στάδια της συγγραφής, την δημιουργική απασχόληση μέσα από μία παραγωγική διαδικασία, την αγωγή της τέχνης του γραπτού και του προφορικού λόγου, καθώς και την δημιουργία ενός λογοτεχνικού πυρήνα με σκοπό να αποτελέσει μία μελλοντική εστία λογοτεχνικής παραγωγής για το Ηράκλειο. Συντονιστής στο εργαστήριο θα είναι ο συγγραφέας Λευτέρης Γιαννακουδάκης. Δομή Το εργαστήριο θα πραγματοποιηθεί σε δύο κύκλους. Ο πρώτος κύκλος θα αφορά στο Διήγημα, ενώ ο δεύτερος στο Θεατρικό Έργο. Αναφορικά με τον κύκλο του διηγήματος διευκρινίζεται ότι κάθε μαθητής θα κληθεί να γράψει μία ιστορία ξεκινώντας από το σκηνικό...

Τρέξε, μύγα, χτύπα το τζάμι

Μια σφαίρα έχει ξεκινήσει εδώ και καιρό και ψάχνει να βρει το δρόμο της. Είναι καταδικασμένη, γι αυτό ουρλιάζει. Αυτός που την περιμένει είναι ήρεμος, γιατί ξέρει. Όμως τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται τελικά. Μόνο την τελευταία στιγμή μπορείς να καταλάβεις. Την ώρα του οργασμού ή του θανάτου. Το παιχνίδι δεν έχει σειρά. Οι στιγμές κυλάνε παράλληλα και τίποτα δεν έρχεται εκεί που το περιμένεις. Ο χρόνος δε σταματάει ποτέ. Αλλιώς θα ήταν ιστορία. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 2000 Για αγορά του βιβλίου πατήστε εδώ

1ο Πανελλήνιο Συνέδριο: Η Τέχνη ως εργαλείο εκπαίδευσης για το περιβάλλον

Η Δημιουργική Γραφή (Δ.Γ.) εμφανίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα, στην Αμερική. Αναφερόταν σαν μία προσπάθεια να αντιμετωπιστεί η λογοτεχνία περισσότερο ως μία δημιουργική δραστηριότητα, παρά ως αντικείμενο ερμηνείας. Στο επίκεντρό της, δηλαδή, τοποθετείται το πώς δημιουργείται ένα λογοτεχνικό κείμενο. Η σύνδεση της Δ.Γ. με την Περιβαλλοντική Εκπαίδευση (Π.Ε.) δεν είναι εμφανής. Ουσιαστικά η Δ.Γ. μπορεί να χρησιμεύσει σαν ένα πεδίο ελεύθερης έκφρασης, κάτι που επιδιώκεται και στα προγράμματα Π.Ε.. Έτσι η Δ.Γ. και η Π.Ε. συνδέονται στο τέλος και όχι στην αφετηρία τους. Συγκεκριμένα η Δ.Γ. προτείνεται σαν μια δράση μέσα σε ένα πρόγραμμα Π.Ε., μέσω της οποίας μπορούμε να δημιουργήσουμε αλλά ακόμα και να αξιολογήσουμε την πορεία ενός προγράμματος. Στο εργαστήρι Δημιουργικής Γραφής με θέμα το Δάσος, ξεκινώντας με ένα παιχνίδι χωρισμού σε ομάδες και τη δημιουργία ενός κλίματος εμπιστοσύνης, οι συμμετέχοντες θα γνωριστούν έπειτα καλύτερα μεταξύ τους για την ενδυνάμωση της κάθε ομάδας εργασίας. ...